Στην πρώτη αύξηση των επιτοκίων της εδώ και περισσότερα από τρία χρόνια προχώρησε η Bank of England, σύμφωνα με δημοσίευμα της βρετανικής εφημερίδας Guardian, ανεβάζοντας το βασικό επιτόκιο από το 3,75% στο 4%, καθώς ο παρατεταμένος πόλεμος στο Ιράν και η εκτίναξη των τιμών της ενέργειας εντείνουν τις πληθωριστικές πιέσεις στη βρετανική οικονομία. Η κεντρική τράπεζα προειδοποίησε παράλληλα ότι ενδέχεται να ακολουθήσει νέα αύξηση, εφόσον δεν υπάρξει αποκλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.
Η απόφαση ελήφθη με οκτώ ψήφους υπέρ της αύξησης κατά 25 μονάδες βάσης, ενώ το ένατο μέλος της Επιτροπής Νομισματικής Πολιτικής, Catherine Mann, τάχθηκε υπέρ μεγαλύτερης αύξησης, κατά 50 μονάδες βάσης, που θα οδηγούσε το επιτόκιο στο 4,25%.
Η συνεχιζόμενη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έχει διατηρήσει τις τιμές του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι τους τελευταίους μήνες, καθώς απομακρύνονται οι προοπτικές συμφωνίας για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η Bank of England προβλέπει ότι ο πληθωρισμός στο Ηνωμένο Βασίλειο θα φτάσει στο 4,9% στα μέσα του 2027, έναντι προηγούμενης εκτίμησης 3,2% τον Ιούλιο. Τον Σεπτέμβριο, ο δείκτης τιμών καταναλωτή είχε ήδη αυξηθεί στο 3,5%.
Η απόφαση για τα επιτόκια έρχεται μία εβδομάδα μετά την παρουσίαση του προϋπολογισμού από τον υπουργό Οικονομικών John Healey, ο οποίος είχε εξαγγείλει μέτρα ανακούφισης των καταναλωτών. Ωστόσο, η κεντρική τράπεζα εκτιμά ότι τα πραγματικά εισοδήματα μετά τη φορολογία θα μειωθούν τόσο φέτος όσο και το επόμενο έτος.
Ο διοικητής της Bank of England, Andrew Bailey, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο νέας αύξησης των επιτοκίων στο άμεσο μέλλον, συνδέοντας τις επόμενες αποφάσεις με την πορεία της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή και τις επιπτώσεις της στις τιμές.
Όπως ανέφερε στα πρακτικά της Επιτροπής Νομισματικής Πολιτικής, εάν δεν υπάρξουν εξελίξεις που θα περιορίσουν τους πληθωριστικούς κινδύνους, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί ακόμη μία αύξηση των επιτοκίων.
Διευκρίνισε, πάντως, ότι η σημερινή απόφαση δεν σηματοδοτεί κατ’ ανάγκη την έναρξη ενός παρατεταμένου κύκλου αυξήσεων, αν και θεωρεί απίθανο να είναι η τελευταία παρέμβαση χωρίς επίλυση της σύγκρουσης.
Η επόμενη συνεδρίαση για τη νομισματική πολιτική έχει προγραμματιστεί για τις 17 Δεκεμβρίου 2026.
Η Επιτροπή Νομισματικής Πολιτικής υπογραμμίζει ότι οι υψηλές τιμές του πετρελαίου μεταφέρονται σταδιακά στο κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων και στις τελικές τιμές των προϊόντων.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της, το ανώτατο όριο χρεώσεων ενέργειας που καθορίζει η Ofgem αναμένεται να αυξηθεί από τις 1.723 λίρες ετησίως για ένα μέσο νοικοκυριό στις 2.150 λίρες τον Ιανουάριο, με νέα αύξηση να αναμένεται τον Απρίλιο.
Παράλληλα, ο πληθωρισμός στα τρόφιμα ενδέχεται να φτάσει στο 4,75% έως τα μέσα του 2027.
Μέχρι στιγμής, αρκετές επιχειρήσεις έχουν καταφέρει να απορροφήσουν μέρος των αυξημένων ενεργειακών δαπανών, αξιοποιώντας συμβόλαια αντιστάθμισης κινδύνου ή περιορίζοντας τα περιθώρια κέρδους τους.
Ωστόσο, η Bank of England εκτιμά ότι αυτή η δυνατότητα είναι προσωρινή και ότι οι επιχειρήσεις θα αρχίσουν σταδιακά να μετακυλίουν το υψηλότερο κόστος στους καταναλωτές.
Πρόσθετη ανησυχία προκαλεί το ενδεχόμενο οι εργαζόμενοι να διεκδικήσουν μεγαλύτερες μισθολογικές αυξήσεις, προκειμένου να αντισταθμίσουν την απώλεια αγοραστικής δύναμης, ενισχύοντας περαιτέρω τις πληθωριστικές πιέσεις.
Η αύξηση των επιτοκίων αναμένεται επίσης να επιβαρύνει τους δανειολήπτες, ιδιαίτερα όσους έχουν στεγαστικά δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο ή πρόκειται να αναχρηματοδοτήσουν τις υποχρεώσεις τους.
Περισσότερες ειδήσεις
«Βάστα με να σε βαστώ» η κυβερνητική στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων για το ενεργειακό κόστος
Trump: Ο πόλεμος στο Ιράν άξιζε τον κόπο παρά τις εκλογικές απώλειες