MENU

800.000 τόνοι CO2… κάτω από τη θάλασσα – «Σωσίβιο» για τη βιομηχανία ή ακριβή καθυστέρηση της κλιματικής δράσης;

Το νέο project της Yara φέρνει ξανά στο προσκήνιο τη διαμάχη για το κατά πόσο το CCS μπορεί πραγματικά να περιορίσει τις εκπομπές

Το μεγαλύτερο εμπορικό έργο δέσμευσης και αποθήκευσης άνθρακα (CCS) στην Ευρώπη, όπως το χαρακτηρίζουν οι ιδιοκτήτες του, ξεκινά στην Ολλανδία, φέρνοντας ξανά στο προσκήνιο τη συζήτηση για το κατά πόσο η συγκεκριμένη τεχνολογία μπορεί να αποτελέσει ουσιαστικό εργαλείο για τη μείωση των βιομηχανικών εκπομπών.

Η μονάδα παραγωγής αμμωνίας και λιπασμάτων της Yara στο Sluiskil θα δεσμεύει περίπου 800.000 τόνους CO2 ετησίως, θα το υγροποιεί και στη συνέχεια θα το μεταφέρει με πλοία στη Νορβηγία, όπου θα αποθηκεύεται κάτω από τον θαλάσσιο πυθμένα.

Το έργο έχει χρηματοδοτηθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία το χαρακτηρίζει «στρατηγική επένδυση». Ωστόσο, επικριτές της τεχνολογίας υποστηρίζουν ότι το CCS παραμένει ακριβό, τεχνικά αβέβαιο και εξαρτημένο από μεγάλες δημόσιες επιδοτήσεις.

Πώς λειτουργεί η δέσμευση και αποθήκευση άνθρακα

Ο όρος Carbon Capture and Storage – CCS περιγράφει τεχνολογίες που έχουν στόχο να εμποδίσουν το διοξείδιο του άνθρακα να φτάσει στην ατμόσφαιρα.

Στην περίπτωση της μονάδας στο Sluiskil, το CO2 που παράγεται κατά τη βιομηχανική διαδικασία αφαιρείται χημικά, συμπιέζεται σε κατάσταση που επιτρέπει τη μεταφορά του και στη συνέχεια οδηγείται σε χώρο μόνιμης αποθήκευσης βαθιά στο υπέδαφος.

Σε άλλες εφαρμογές, το δεσμευμένο CO2 μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή οικοδομικών υλικών ή συνθετικών καυσίμων. Τότε γίνεται λόγος για CCUS, δηλαδή δέσμευση, αξιοποίηση και αποθήκευση άνθρακα.

Μόλις 0,2% των παγκόσμιων εκπομπών

Παρά την αυξανόμενη πολιτική στήριξη, το αποτύπωμα του CCS παραμένει σήμερα περιορισμένο σε παγκόσμια κλίμακα.

Τον Φεβρουάριο του 2026 λειτουργούσαν 75 έργα CCS παγκοσμίως, τα οποία δεσμεύουν συνολικά περίπου 62,5 εκατ. τόνους CO2 τον χρόνο.

Η ποσότητα αυτή αντιστοιχεί σε περίπου 0,2% των συνολικών παγκόσμιων εκπομπών του 2025, ενώ σχεδόν όλα τα έργα συνδέονται με εγκαταστάσεις εξόρυξης ή επεξεργασίας ορυκτών καυσίμων.

Ο διευθύνων σύμβουλος της Yara, Svein Tore Holsether, υποστηρίζει ότι η εγκατάσταση αποδεικνύει πως η απανθρακοποίηση της βαριάς βιομηχανίας σε μεγάλη κλίμακα είναι ήδη εφικτή.

Αντίθετα, το Institute for Energy Economics and Financial Analysis (IEEFA) χαρακτηρίζει την τεχνολογία «τεχνικά αβέβαιη» και ιδιαίτερα υψηλού κόστους, σημειώνοντας ότι απαιτεί σημαντικές επιδοτήσεις για να περάσει ένα έργο από το στάδιο της μελέτης στην κατασκευή και λειτουργία.

Η παλιά σχέση του CCS με το πετρέλαιο

Η τεχνολογία δέσμευσης άνθρακα δεν γεννήθηκε ως εργαλείο αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής.

Η πρώτη ευρεία εφαρμογή της έγινε σε πετρελαιοπηγές των ΗΠΑ και του Καναδά από τη δεκαετία του 1970, μέσω της έγχυσης CO2 σε εξαντλημένα κοιτάσματα ώστε να διευκολύνεται η εξόρυξη επιπλέον πετρελαίου.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, περίπου τα τρία τέταρτα του δεσμευμένου CO2 που αξιοποιείται σήμερα χρησιμοποιούνται για τη συγκεκριμένη διαδικασία, γεγονός που τροφοδοτεί τις επικρίσεις ότι μεγάλο μέρος της τεχνολογίας εξακολουθεί να εξυπηρετεί τη βιομηχανία ορυκτών καυσίμων.

Οι ενστάσεις για τις ευρωπαϊκές επενδύσεις

Περιβαλλοντικές οργανώσεις και αναλυτές υποστηρίζουν ότι η μεγάλη χρηματοδότηση του CCS ενέχει τον κίνδυνο να αποσπάσει πόρους από λύσεις που μειώνουν τις εκπομπές απευθείας στην πηγή.

Η Rachel Kennerley, από το Center for International Environmental Law, υποστηρίζει ότι τα έργα δέσμευσης και αποθήκευσης επιτρέπουν σε ρυπογόνες βιομηχανίες να συνεχίσουν να λειτουργούν χωρίς να αντιμετωπίζουν στον ίδιο βαθμό την ίδια την παραγωγή των εκπομπών τους.

Παράλληλα, οι επικριτές επισημαίνουν την παρουσία ισχυρών βιομηχανικών συμφερόντων στη διαμόρφωση της πολιτικής γύρω από το CCS. Περίπου 500 λομπίστες του κλάδου φέρεται να βρέθηκαν στην COP29 το 2024, ενώ εκπρόσωποι εταιρειών ορυκτών καυσίμων ή συνδεδεμένων οργανισμών συμμετέχουν ενεργά και στις ευρωπαϊκές συζητήσεις για τη διαχείριση του βιομηχανικού άνθρακα.

Παρά τις ενστάσεις, ακόμη και αναλυτές που αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη τη γενικευμένη χρήση του CCS αναγνωρίζουν ότι μπορεί να έχει θέση σε συγκεκριμένους βιομηχανικούς κλάδους. Η παραγωγή αμμωνίας, όπως στην περίπτωση της Yara, δημιουργεί σχετικά συμπυκνωμένες ροές CO2 και θεωρείται μία από τις πιο εύκολες βιομηχανικές εφαρμογές για τη δέσμευση άνθρακα.

Το βασικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι εάν η Ευρώπη θα χρησιμοποιήσει καθόλου CCS, αλλά πού η χρήση του μπορεί να μειώσει πραγματικά σημαντικές ποσότητες εκπομπών χωρίς να υποκαθιστά τις προσπάθειες περιορισμού τους στην πηγή.

Περισσότερες ειδήσεις

Κρέας, αεροπλάνα και… macho κουλτούρα: Γιατί οι «πλούσιοι λευκοί άντρες» θεωρούνται πιο επιβαρυντικοί για το κλίμα

Νέα εποχή για τα offshore κοιτάσματα: Ξεκινά η πρώτη μόνιμη αποθήκευση CO₂ της ΕΕ

ΥΠΕΝ: Κανένα δίλημμα ανάμεσα σε ανάπτυξη και περιβάλλον – Τα βασικά του νομοσχεδίου CCS

Ηνωμένο Βασίλειο: Η BP προχωρά στην πώληση δυο εμβληματικών έργων δέσμευσης και αποθήκευσης άνθρακα

Σχετικά Άρθρα