Το ζήτημα της κατάστασης του ιδιωτικού κτιριακού αποθέματος της χώρας, το οποίο κρίνεται ήδη γηρασμένο σε μεγάλο βαθμό, επανέφερε με έμφαση στο προσκήνιο η κατάρρευση της τετραώροφης πολυκατοικίας στα Πετράλωνα το μεσημέρι της Τρίτης (30/6).
Μολονότι η παλαιότητα της πολυκατοικίας δεν αποτελεί – όπως όλα δείχνουν – την αιτία της κατάρρευσής της, το συμβάν έρχεται να θυμίσει την ανάγκη για συστηματικό έλεγχο, συντήρηση και ενίσχυση του κτιριακού αποθέματος δεδομένου ότι η συντριπτική πλειονότητα των ελληνικών κτιρίων έχει κατασκευαστεί αρκετές δεκαετίες πριν την εφαρμογή των σύγχρονων αντισεισμικών κανονισμών.
Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι περίπου το 70% των κτιρίων της χώρας είναι ηλικίας άνω των 40 ετών, ενώ συνολικά το 80% έως 90% έχει ανεγερθεί πριν από το 2000, όταν ακόμη δεν είχαν ενσωματωθεί οι σημερινοί ευρωπαϊκοί κανόνες αντισεισμικού σχεδιασμού. Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται και στην ηλικιακή κατανομή των κατασκευών. Περίπου 1,5 εκατομμύριο κτίρια, δηλαδή το 25% του συνολικού αποθέματος, είχαν ανεγερθεί έως το 1960. Την περίοδο 1960 -1985 κατασκευάστηκαν ακόμη 1,746 εκατομμύρια κτίρια, που αντιστοιχούν στο 42,5% του συνόλου. Από το 1986 έως το 2000 προστέθηκαν περίπου 831.000 κτίρια (20%), ενώ μετά το 2001 ανεγέρθηκε μόλις το 11,6% του σημερινού κτιριακού αποθέματος.
Να σημειωθεί ότι ο πρώτος ελληνικός αντισεισμικός κανονισμός θεσπίστηκε το 1959, αναθεωρήθηκε ουσιαστικά το 1984, ενώ η πλήρης προσαρμογή στους ευρωπαϊκούς κανονισμούς ολοκληρώθηκε το 2000 και εφαρμόστηκε στις οικοδομές που ανεγέρθηκαν από το 2001 και μετά. Αυτό – σύμφωνα με τους ειδικούς – σημαίνει ότι η μεγάλη πλειονότητα των κτιρίων έχει σχεδιαστεί με προδιαγραφές που, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, υπολείπονται των σημερινών απαιτήσεων.
Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την ηλικία των κατασκευών, αλλά και την περιορισμένη συντήρησή τους. Σε πολλές περιπτώσεις, πολυκατοικίες και κατοικίες παραμένουν για δεκαετίες χωρίς ουσιαστικές επεμβάσεις, γεγονός που αυξάνει σταδιακά την τρωτότητά τους τόσο απέναντι στους σεισμούς όσο και απέναντι στη φυσική φθορά.
Το ΤΕΕ έχει μιλήσει εδώ και χρόνια για την ανάγκη σύνδεσης της ενεργειακής αναβάθμισης και της στατικής επάρκειας των κτιρίων. Πολιτικοί μηχανικοί σημειώνουν άλλωστε ότι η τεχνολογία έχει πλέον αλλάξει τα δεδομένα. Σύμφωνα με τους ειδικούς, η στατική ενίσχυση παλαιών κτιρίων δεν συνεπάγεται πλέον απαραίτητα την απομάκρυνση των κατοίκων, καθώς υπάρχουν σύγχρονες τεχνικές εξωτερικής ενίσχυσης και νέα δομικά υλικά που επιτρέπουν την ταυτόχρονη αντισεισμική και ενεργειακή αναβάθμιση, βελτιώνοντας παράλληλα και την αισθητική των όψεων.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας έχει κατά καιρούς εισηγηθεί μια ολοκληρωμένη στρατηγική για την ανανέωση του κτιριακού αποθέματος, με αιχμή τη δημιουργία ενός «Ελληνικού Κύματος Ανακαίνισης». Προϋπόθεση γι’ αυτό, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Επιμελητηρίου, Γιώργο Στασινό, είναι η παροχή ισχυρών οικονομικών κινήτρων ώστε οι ιδιοκτήτες να προχωρήσουν σε στατικούς ελέγχους και εργασίες ενίσχυσης, ιδιαίτερα στα κτίρια που έχουν ανεγερθεί πριν από το 1985.
Μεταξύ των προτάσεων του ΤΕΕ, περιλαμβάνεται η απαλλαγή από τον ΦΠΑ των δαπανών για στατικούς ελέγχους, καθώς και πλήρης φορολογική έκπτωση από το εισόδημα για το κόστος των μελετών, των εργασιών και των υλικών που απαιτούνται για τη στατική ενίσχυση παλαιών κτιρίων. Αντίστοιχα φορολογικά κίνητρα προτείνονται και για παρεμβάσεις που αφορούν τη σύγχρονη διαχείριση των ομβρίων υδάτων στις παλαιές οικοδομές.
Το Επιμελητήριο εκτιμά ότι η εφαρμογή των κινήτρων αυτών δεν θα επιβαρύνει τελικά τον κρατικό προϋπολογισμό δεδομένου ότι θα δημιουργήσει ένα νέο οικονομικό κύκλο, ενώ στο παρελθόν έχει προτείνει ως πρόσθετη πηγή χρηματοδότησης και την αξιοποίηση μέρους των εσόδων από τα πρόστιμα αυθαιρέτων.
Παράλληλα, το ΤΕΕ έχει επανειλημμένως ζητήσει τη θεσμοθέτηση υποχρεωτικών περιοδικών ελέγχων στα παλαιά κτίρια. Οι έλεγχοι θα πρέπει να αφορούν όχι μόνο τον φέροντα οργανισμό, αλλά και τα στοιχεία των όψεων, όπως μπαλκόνια, εξώστες και διακοσμητικά στοιχεία, καθώς και τις ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις, με κριτήριο την ηλικία και την κατηγορία κινδύνου κάθε κτιρίου. Κι αυτό γιατί στο πρόσφατο παρελθόν έχουν σημειωθεί αστοχίες σε μπαλκόνια, οι οποίες μάλιστα προκάλεσαν και τον θάνατο περαστικών. Η διαδικασία, σύμφωνα με την πρόταση του ΤΕΕ, θα μπορούσε να αξιοποιήσει τα ήδη υπάρχοντα ψηφιακά εργαλεία, όπως η Ηλεκτρονική Ταυτότητα Κτιρίου, σε συνδυασμό με Μητρώο Μηχανικών και τους Ελεγκτές Δόμησης.
Την ίδια στιγμή, το Επιμελητήριο θεωρεί αναγκαίο να ανοίξει και σε ευρωπαϊκό επίπεδο η συζήτηση για τη δημιουργία ειδικού χρηματοδοτικού μηχανισμού που θα στηρίζει όχι μόνο νέες κατασκευές αλλά και τη συντήρηση και ανακατασκευή των υφιστάμενων υποδομών. Όπως έχει επισημάνει ο κ. Στασινός, η ανθεκτικότητα των κτιρίων και των τεχνικών έργων θα πρέπει να αποτελέσει βασική προτεραιότητα της επόμενης ευρωπαϊκής προγραμματικής περιόδου, καθώς η ασφάλεια του γερασμένου κτιριακού αποθέματος αποτελεί πλέον ένα από τα μεγαλύτερα τεχνικά και κοινωνικά ζητήματα που καλείται να αντιμετωπίσει η χώρα.
Περισσότερες ειδήσεις
Αλλάζουν με τη «βούλα» του ΣτΕ τα δεδομένα ως προς την προθεσμία προσφυγής κατά οικοδομικών αδειών