Για πολλούς ανθρώπους σήμερα, το dating δεν μοιάζει με μια διαδικασία γνωριμίας, αλλά με έναν αργό, επίμονο έλεγχο της αυταξίας τους. Κάθε άκαρπη γνωριμία, κάθε αμήχανο ραντεβού, κάθε μήνας που περνά χωρίς «εξέλιξη» και σταθερή σχέση γεννά το ίδιο βασανιστικό ερώτημα: μήπως κάτι δεν πάει καλά με εμένα;
Η σκέψη αυτή δεν εμφανίζεται ξαφνικά. Καλλιεργείται μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η σύγκριση είναι συνεχής και η κοινωνική πίεση αθόρυβη αλλά σταθερή. Φίλοι που παντρεύονται, συγκατοικούν, κάνουν παιδιά. Οικογενειακά τραπέζια με αδιάκριτες ερωτήσεις που επαναλαμβάνοντα και προκαλούν ακόμη μεγαλύτερη δυσφορία και ενοχή. Μέσα σε όλα αυτά, η μοναχικότητα δεν βιώνεται απλώς ως κατάσταση, αλλά συχνά ως ένδειξη προσωπικής αποτυχίας.
Πολλοί άνθρωποι περιγράφουν το ίδιο μοτίβο. Αρχικά προσπαθούν ενεργά: μπαίνουν σε εφαρμογές γνωριμιών, στολίζονται για να πάνε σε κάθε hot event της πόλης, μπορεί ακόμη να δώσουν ευκαιρία σε «ραντεβού στα τυφλά» που θα τους οργανώσει κάποιος φίλος.
Με τον καιρό όμως, η διαδικασία αρχίζει να τους εξαντλεί. Οι απογοητεύσεις συσσωρεύονται. Οι συμπεριφορές που συναντούν –αδιαφορία, ασυνέπεια, συναισθηματική ανωριμότητα– τους κάνουν να αποσύρονται. Κι όμως, αντί να επιστρέψουν σε όσα τους έδιναν χαρά, μένουν κολλημένοι σε μια αέναη αναζήτηση, σαν να φοβούνται ότι αν σταματήσουν, θα «μείνουν πίσω».
Έτσι, το dating καταλαμβάνει χώρο που δεν του αναλογεί. Το αποτέλεσμα; Μηδενικός χρόνος και ενέργια για χόμπι, φιλικές σχέσεις σε δεύτερη μοίρα και μια διαρκής απογοήτευση και αίσθηση κενού που, φαινομενικά, δεν μπορεί με τίποτε να καλυφθεί επαρκώς.

Σε αυτό το σημείο, η εσωτερική αφήγηση σκληραίνει και η έλλειψη συντρόφου ερμηνεύεται ως προσωπικό ελάττωμα. Το σώμα και γενικά η εμφάνιση, γίνονται πηγές απέχθειας και δυσφορίας, καθώς ποτέ και κανείς δεν μπορεί να χωρέσει στα άπιαστα πρότυπα ομορφιάς που πλασάρονται σε Instagram και TikTok. Η προσωπικότητα αναλύεται εξαντλητικά, ξεκινάνε οι ταμπέλες, οι θεωρίες και η σκληρή και ανερμάτιστη αυτοκριτική: Λογικά είμαι δύσκολος/η, δεν είμαι αρκετός/ή, κάτι κάνω λάθος.
Όμως συχνά αυτή η αίσθηση «ελαττωματικότητας» δεν είναι η αλήθεια. Είναι ένα κάλυμμα. Κάτω από αυτήν κρύβεται κάτι πιο απλό και πιο ανθρώπινο: η λύπη για τη σύνδεση που δεν ήρθε, η απώλεια μιας ζωής όπως την είχε φανταστεί κανείς.
Σε μια κοινωνία που λατρεύει τις λύσεις και τις έυκολες «συνταγές» επιτυχίας, το να αποδέχεται κανείς την απόρριψη ή να βιώνει χωρίς ενοχές τη λύπη που μπορεί να νιώθει, μοιάζει σχεδόν απαγορευμένο. Κι όμως, για πολλούς ανθρώπους αυτό αποδεικνύεται καθοριστικό. Όχι για να «λυθεί» το όποιο «πρόβλημα», αλλά γιατί αυτός ο χρόνος σύνδεσης με τον εαυτό και τα συναισθήματά μας, είναι κομβικός εάν θέλουμε ποτέ να προσεγγίσουμε πραγματικά έναν άλλον άνθρωπο.
Όταν κάποιος σταματά να προσπαθεί μανιωδώς να διορθώσει τον εαυτό του και επιτρέπει στον εαυτό του να νιώσει τη θλίψη, αρχίζει να βλέπει πιο καθαρά. Η αγωνία συχνά κρύβει μια βαθιά επιθυμία για σύνδεση, όχι μια απόδειξη ανεπάρκειας. Και αυτή η επιθυμία αξίζει σεβασμό, ορατότητα και χρόνο.

Ένα κρίσιμο σημείο σε αυτή τη διαδρομή είναι η επαναξιολόγηση των ορίων. Το να απορρίπτει κανείς συμπεριφορές που τον πληγώνουν δεν είναι ούτε υπερβολή, ούτε «ιδιοτροπία». Είναι αυτοσεβασμός. Η συναισθηματική ωριμότητα, η ασφάλεια και η καλοσύνη δεν πρέπει να θεωρούνται πολυτέλειες στη σχέση, αλλά βασικές προϋποθέσεις.
Για πολλούς ανθρώπους, αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο σημείο: να μην συμβιβάζονται με λιγότερα από όσα χρειάζονται, απλώς και μόνο για να μη νιώθουν μόνοι. Να μην ανέχονται συναισθηματική ασάφεια, ghostin και σχέσεις που μοιάζουν περισσότερο με τεστ αντοχής παρά με συντροφικότητα. Η απόρριψη κακών δυναμικών δεν είναι αποτυχία αλλά αυτοφροντίδα.
Ταυτόχρονα, είναι σημαντικό να αναγνωριστεί και κάτι ακόμη: ο σύγχρονος κόσμος έχει αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο δημιουργούνται οι σχέσεις. Οι ρόλοι δεν είναι πια δεδομένοι, οι ζωές είναι πιο σύνθετες, η ανεξαρτησία –οικονομική, επαγγελματική, συναισθηματική– έχει αυξήσει τις επιλογές αλλά και τις απαιτήσεις. Το γεγονός ότι κάποιος δυσκολεύεται να βρει σύντροφο δεν σημαίνει ότι υστερεί. Συχνά σημαίνει ότι ζει μέσα σε ένα πλαίσιο πολύ πιο απαιτητικό από αυτό των προηγούμενων γενιών.
Ίσως το πιο απελευθερωτικό βήμα είναι η μετατόπιση του ερωτήματος: Από το «πότε θα βρω σχέση», να εστιάσω στο «πώς θέλω να ζω». Από το «τι μου λείπει», να συνειδητοποιήσω «τι έχει αξία για μένα».
Όταν κάποιος αρχίζει να χτίζει μια ζωή με φίλους, ενδιαφέροντα, νόημα και προσωπική εξέλιξη, η σχέση παύει να είναι σωσίβιο. Γίνεται επιλογή.
Περισσότερες ειδήσεις
Μήπως φταις κι εσύ; Οι 11 ύπουλες συμπεριφορές που μπορούν να «τινάξουν» μια φιλία στον αέρα
Γιατί η επαγγελματική εξουθένωση στις γυναίκες κορυφώνεται στα 30 και στα 50
Stop the self-sabotage: Αν μιλούσες στους φίλους σου όπως μιλάς στον εαυτό σου, θα έμενε κανείς;