Στην απόρριψη της προσφυγής που είχε καταθέσει η Ryanair κατά της απόφασης του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών (ΔΑΑ) για τα αερολιμενικά τέλη του 2026 προχώρησε η Αρχή Πολιτικής Αεροπορίας (ΑΠΑ), επικυρώνοντας πλήρως το πλαίσιο χρεώσεων που είχε εγκριθεί από τον αερολιμένα, διατυπώνοντας ωστόσο σύσταση και προς τη διοίκηση του αεροδρομίου για περαιτέρω βελτίωση του Σχήματος Στήριξης Βιωσιμότητας κατά την επόμενη διαδικασία διαβούλευσης.
Η Ryanair, πάντως, φαίνεται ότι κρατά… ζεστή την αντιπαράθεσή της με τους διαχειριστές των ελληνικών αεροδρομίων, την οποία είχε κλιμακώσει πριν από περίπου δύο μήνες συγκρουόμενη με τη Fraport Greece. Τότε η ιρλανδική αεροπορική εταιρεία χαμηλού κόστους είχε ανακοινώσει το κλείσιμο της βάσης της στο αεροδρόμιο «Μακεδονία» της Θεσσαλονίκης για τη χειμερινή περίοδο, καθώς και σημαντικές περικοπές του πτητικού της προγράμματος από την Αθήνα αποδίδοντας τις αποφάσεις αυτές στις αυξημένες χρεώσεις και στο, κατά την ίδια, μη ανταγωνιστικό περιβάλλον που διαμορφώνεται στα ελληνικά αεροδρόμια και κατηγορώντας τους διαχειριστές για πολιτική υψηλών τελών που αποθαρρύνει την ανάπτυξη της επιβατικής κίνησης.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η προσφυγή που είχε υποβάλει την 1η Απριλίου 2026 κατά της απόφασης του ΔΑΑ για τα αερολιμενικά τέλη του έτους, ζητώντας ουσιαστικά την ακύρωσή της. Η υπόθεση αφορά την απόφαση του ΔΑΑ της 13ης Μαρτίου 2026, η οποία εκδόθηκε μετά τη διαβούλευση με τις αεροπορικές εταιρείες που πραγματοποιήθηκε στις 19 Ιανουαρίου.
Ο ΔΑΑ διατήρησε μειωμένο κατά 30% το Τέλος Εξυπηρέτησης Επιβατών (Passenger Terminal Facility Charge – PTF) έως τις 30 Απριλίου 2026, ενώ αποφάσισε τη συνέχιση του Πλαισίου Στήριξης Βιωσιμότητας καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Το συγκεκριμένο σύστημα προβλέπει εκπτώσεις από 0,80 έως 1,50 ευρώ ανά αναχωρούντα επιβάτη, ανάλογα με την ενεργειακή απόδοση των αεροσκαφών, όπως αυτή υπολογίζεται με βάση διεθνή πρότυπα του Διεθνούς Οργανισμού Πολιτικής Αεροπορίας (ICAO). Τα υπόλοιπα αερολιμενικά τέλη παρέμειναν αμετάβλητα.
Η Ryanair προσέφυγε στην ΑΠΑ την 1η Απριλίου 2026, προβάλλοντας τρεις βασικούς λόγους ακύρωσης της απόφασης. Ο πρώτος αφορούσε το Πλαίσιο Στήριξης Βιωσιμότητας, το οποίο, σύμφωνα με την εταιρεία, παραβιάζει τις αρχές της μη διάκρισης, της αντικειμενικότητας και της διαφάνειας που προβλέπονται από το ευρωπαϊκό και εθνικό κανονιστικό πλαίσιο. Η αεροπορική εταιρεία υποστήριξε ότι η μεθοδολογία κατάταξης των αεροσκαφών δεν συνδέεται επαρκώς με τον περιβαλλοντικό στόχο του μέτρου, ενώ επισήμανε ότι δεν λαμβάνεται υπόψη η χρήση Βιώσιμων Αεροπορικών Καυσίμων (Sustainable Aviation Fuels – SAF), γεγονός που, κατά την άποψή της, αποδυναμώνει τον περιβαλλοντικό χαρακτήρα του συστήματος.
Παράλληλα, η Ryanair υποστήριξε ότι τα όρια των δεικτών απόδοσης (KPI), καθώς και τα ποσά των εκπτώσεων, δεν προκύπτουν από αντικειμενικά και διαφανή κριτήρια.
Η ΑΠΑ, εξετάζοντας τον πρώτο λόγο προσφυγής, έκρινε ότι η θέσπιση περιβαλλοντικών διαφοροποιήσεων στα αερολιμενικά τέλη προβλέπεται ρητά από την Οδηγία 2009/12/ΕΚ και το π.δ. 52/2012, υπό την προϋπόθεση ότι η μεθοδολογία είναι αντικειμενική, διαφανής και εφαρμόζεται χωρίς διακρίσεις.
Σύμφωνα με την απόφαση, το Πλαίσιο Στήριξης Βιωσιμότητας βασίζεται σε διεθνώς αναγνωρισμένη μεθοδολογία του ICAO και χρησιμοποιεί προκαθορισμένα τεχνικά χαρακτηριστικά των αεροσκαφών, όπως η κατανάλωση καυσίμου ανά κύκλο προσγείωσης – απογείωσης και ανά διαθέσιμη θέση. Η Αρχή αναγνώρισε ότι το σύστημα μπορεί να εξελιχθεί περαιτέρω στο μέλλον, ιδίως ως προς τη σύνδεσή του με τη χρήση SAF, ωστόσο έκρινε ότι η υφιστάμενη μορφή του πληροί τις απαιτήσεις της νομοθεσίας.
Στην απόφαση μάλιστα, γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στην απάντηση του ΔΑΑ, σύμφωνα με την οποία, η ίδια η Ryanair συγκαταλέγεται μεταξύ των αεροπορικών εταιρειών που επωφελήθηκαν περισσότερο από το συγκεκριμένο σύστημα, καθώς η πλειονότητα του στόλου της κατατάσσεται στις υψηλότερες κατηγορίες ενεργειακής απόδοσης και λαμβάνει τις μεγαλύτερες προβλεπόμενες εκπτώσεις. Η ΑΠΑ σημειώνει ότι, παρότι η έλλειψη συγκεκριμένης οικονομικής βλάβης δεν αποκλείει τον έλεγχο νομιμότητας ενός μέτρου, στην προκειμένη περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι η εφαρμογή του Πλαισίου προκάλεσε δυσμενή συνέπεια για την προσφεύγουσα.
Αναφορικά με την ένσταση που αφορούσε την κατανομή των κεφαλαιουχικών δαπανών (CapEx) μεταξύ αεροπορικών και μη αεροπορικών δραστηριοτήτων, η Ryanair υποστήριξε ότι ο ΔΑΑ δεν παρείχε επαρκή στοιχεία ώστε να διασφαλίζεται ότι τα αερολιμενικά τέλη δεν επιβαρύνονται με δαπάνες που αφορούν εμπορικές ή άλλες μη αεροπορικές δραστηριότητες.
Η ΑΠΑ απέρριψε και αυτόν τον ισχυρισμό, κρίνοντας ότι κατά τη διαδικασία διαβούλευσης ο ΔΑΑ παρουσίασε τη γενική διάρθρωση του κόστους, τις βασικές κατηγορίες δαπανών, τη μεθοδολογία επιμερισμού μεταξύ αεροπορικών και μη αεροπορικών δραστηριοτήτων, καθώς και τα οικονομικά στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό των τελών. Επιπλέον, σημειώνει ότι η διαδικασία επιμερισμού ελέγχεται κάθε χρόνο από ανεξάρτητους ορκωτούς ελεγκτές, ενώ για επενδύσεις που βρίσκονται ακόμη σε στάδιο σχεδιασμού η τελική κατανομή δεν έχει οριστικοποιηθεί και δεν επιβαρύνει ακόμη τη ρυθμιζόμενη βάση κόστους.
Ο τρίτος λόγος προσφυγής αφορούσε την πρόβλεψη επιβατικής κίνησης για το 2026. Η Ryanair υποστήριξε ότι οι προβλέψεις του ΔΑΑ ήταν πρόωρες και υποεκτιμούσαν τη μελλοντική αύξηση της επιβατικής κίνησης, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε δυσανάλογα υψηλά τέλη.
Η ΑΠΑ έκρινε ότι οι προβλέψεις είχαν καταρτιστεί με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία έως τον Σεπτέμβριο του 2025, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρησιακά σχέδια των αεροπορικών εταιρειών όσο και ευρύτερους παράγοντες, όπως οι γεωπολιτικές εξελίξεις, οι τιμές των καυσίμων, οι περιορισμοί χωρητικότητας λόγω των έργων επέκτασης του αεροδρομίου και οι συνθήκες της αγοράς. Όπως επισημαίνεται στην απόφαση, το γεγονός ότι μεταγενέστερα στοιχεία εμφάνισαν υψηλότερη αύξηση της επιβατικής κίνησης δεν σημαίνει ότι η αρχική πρόβλεψη ήταν παράλογη ή ανεπαρκώς τεκμηριωμένη κατά τον χρόνο σύνταξής της.
Βασιζόμενη στο συγκεκριμένο σκεπτικό, η Αρχή Πολιτικής Αεροπορίας απέρριψε στο σύνολό της την προσφυγή της Ryanair και επικύρωσε την απόφαση του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών για τα αερολιμενικά τέλη του 2026. Σε ό,τι αφορά τον ΔΑΑ, συνέστησε να εξετάσει, κατά την επόμενη ετήσια διαδικασία διαβούλευσης, την περαιτέρω εξέλιξη του Πλαισίου Στήριξης Βιωσιμότητας, με στόχο την ενίσχυση των κινήτρων για ακόμη πιο περιβαλλοντικά αποδοτικές επιλογές από τις αεροπορικές εταιρείες.
Να σημειωθεί ότι η Ryanair διατηρεί το δικαίωμα να ζητήσει αναθεώρηση της απόφασης εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 30 ημερών.
Περισσότερες ειδήσεις
Επιστροφή σε επίπεδα προ πανδημίας για τη Fraport – Πρόβλεψη για EBITDA ύψους 1,5 δισ. ευρώ το 2026