Η χρόνια αδυναμία αποταμίευσης των ελληνικών νοικοκυριών παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα «βαρίδια» για την οικονομία, περιορίζοντας τη δυνατότητα χρηματοδότησης νέων επενδύσεων και τη δημιουργία εγχώριου πλούτου. Σε αυτό ακριβώς το κενό επιχειρεί να απαντήσει νέα μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), η οποία παρουσιάστηκε σε κοινή εκδήλωσή του με το Euronext Athens.
Η μελέτη, με τίτλο «Αποταμιευτικοί Λογαριασμοί Νοικοκυριών για Επενδύσεις στην Κεφαλαιαγορά», υποστηρίζει ότι η εφαρμογή στοχευμένων κινήτρων για μακροχρόνια αποταμίευση θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μοχλός ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία, αυξάνοντας τις επενδύσεις, ενισχύοντας το εισόδημα και δημιουργώντας νέες θέσεις εργασίας.
Σύμφωνα με τα βασικά συμπεράσματα, κάθε 1 ευρώ δημοσιονομικού κόστους που θα διατίθεται για την εφαρμογή των κινήτρων μπορεί να οδηγήσει σε μέση ετήσια αύξηση του πραγματικού εθνικού εισοδήματος έως και κατά 2 ευρώ σε ορίζοντα πενταετίας. Παράλληλα, με μέσο ετήσιο δημοσιονομικό κόστος περίπου 100 εκατ. ευρώ, οι καθαρές νέες επενδύσεις στην οικονομία εκτιμάται ότι μπορούν να ξεπεράσουν τα 300 εκατ. ευρώ ετησίως.
Ο Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ και καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, Νίκος Βέττας, υπογράμμισε ότι η ελληνική οικονομία χαρακτηρίζεται διαχρονικά από χαμηλή αποταμίευση, γεγονός που περιορίζει τις δυνατότητες χρηματοδότησης παραγωγικών επενδύσεων.
Όπως ανέφερε, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι τα σωστά σχεδιασμένα κίνητρα μπορούν να κινητοποιήσουν ιδιωτικούς πόρους με σημαντικά οφέλη για την οικονομία και την κοινωνία, ενώ τόνισε πως οι προτεινόμενοι λογαριασμοί επιδιώκουν να αυξήσουν τη συμμετοχή των νοικοκυριών στην οργανωμένη κεφαλαιαγορά και να ενισχύσουν την οικονομική παιδεία.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Διευθύνων Σύμβουλος της Euronext Athens, Γιάννος Κοντόπουλος, ο οποίος χαρακτήρισε τη δημιουργία ενός σύγχρονου αποταμιευτικού λογαριασμού επενδύσεων «απολύτως αναγκαία συνθήκη» για τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη της ελληνικής κεφαλαιαγοράς.
Όπως σημείωσε, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι οι πολίτες εξοικειώνονται ουσιαστικά με την αποταμίευση και την επένδυση όταν έχουν πρόσβαση σε απλά, αξιόπιστα και μακροπρόθεσμα εργαλεία.
Η μελέτη προτείνει τη δημιουργία δύο συμπληρωματικών αποταμιευτικών προγραμμάτων, στα πρότυπα αντίστοιχων μοντέλων που λειτουργούν ήδη σε 11 από τις 27 χώρες της ΕΕ, αλλά και σε οικονομίες όπως οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, ο Καναδάς και η Ιαπωνία.

Το πρώτο εργαλείο αφορά έναν ατομικό αποταμιευτικό επενδυτικό λογαριασμό για μακροπρόθεσμες τοποθετήσεις σε χαρτοφυλάκια κινητών αξιών συγκεκριμένων προδιαγραφών.
Η συμμετοχή θα είναι προαιρετική και θα συνδέεται με φορολογικά κίνητρα, τα οποία θα αυξάνονται ανάλογα με:
Η πρόταση στοχεύει κυρίως στη μεσαία τάξη, ενώ προβλέπεται ανώτατο όριο κινήτρων ώστε να περιορίζεται το δημοσιονομικό κόστος.
Το δεύτερο εργαλείο αφορά έναν Παιδικό Αποταμιευτικό Επενδυτικό Λογαριασμό, ο οποίος θα ανοίγει με τη γέννηση κάθε παιδιού.
Οι γονείς θα μπορούν να προσθέτουν ετήσιες εισφορές, λαμβάνοντας δημοσιονομική επιβράβευση μέσω επιπλέον μεταβιβάσεων στον ίδιο λογαριασμό. Τα χρήματα θα επενδύονται μακροπρόθεσμα σε χαρτοφυλάκια αντίστοιχα με εκείνα του ΑΠΕΛ και θα μπορούν να αξιοποιηθούν χωρίς φορολογική επιβάρυνση όταν το παιδί ενηλικιωθεί.
Η μελέτη επισημαίνει ότι το συγκεκριμένο μοντέλο θα μπορούσε να λειτουργήσει συμπληρωματικά και προς τις πολιτικές αντιμετώπισης του δημογραφικού προβλήματος.
Η διεθνής εμπειρία, σύμφωνα με τη μελέτη, δείχνει ότι υπάρχουν τρεις βασικές προϋποθέσεις για να λειτουργήσουν αποτελεσματικά τέτοια εργαλεία:
Οι λογαριασμοί πρέπει να είναι εύχρηστοι και κατανοητοί για το μέσο νοικοκυριό, με:
Οι πολίτες θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ διαφορετικών παρόχων, διαχειριστών και πιστοποιημένων επενδυτικών προϊόντων.
Η μελέτη υπογραμμίζει ότι τα φορολογικά κίνητρα πρέπει να είναι επαρκή ώστε να κινητοποιούν αποταμίευση, χωρίς όμως να δημιουργούν υπερβολικό δημοσιονομικό βάρος, ενώ θα πρέπει να λειτουργούν συμπληρωματικά με τα υφιστάμενα εργαλεία προαιρετικής συνταξιοδοτικής αποταμίευσης, όπως τα ΤΕΑ και η ιδιωτική ασφάλιση.
Σε σενάριο πενταετούς εφαρμογής κινήτρων μέτριας έντασης για τους δύο λογαριασμούς, το άμεσο όφελος από τις νέες επενδύσεις στην οικονομία εκτιμάται έως και υπερτριπλάσιο του άμεσου δημοσιονομικού κόστους.
Παράλληλα η απασχόληση θα μπορούσε να αυξηθεί κατά περίπου 2.000 θέσεις εργασίας υψηλής παραγωγικότητας μέσα στην πρώτη δεκαετία, ενώ σε σενάριο ισχυρότερων κινήτρων, το πραγματικό ΑΕΠ θα μπορούσε να ενισχύεται έως και κατά 0,3 ποσοστιαίες μονάδες ετησίως.
Η μελέτη εκτιμά επίσης ότι το πραγματικό ΑΕΠ θα μπορούσε να παραμένει υψηλότερο έως και κατά 0,4 δισεκ. ευρώ κάθε χρόνο έως το 2040.
Πέρα από τις άμεσες οικονομικές επιδράσεις, το ΙΟΒΕ σημειώνει ότι τα οφέλη θα μπορούσαν να επεκταθούν και στη βελτίωση της οικονομικής παιδείας, στην ενίσχυση της δημοσιονομικής και εξωτερικής ισορροπίας, αλλά και στη σταδιακή ενίσχυση της αποταμιευτικής κουλτούρας στην Ελλάδα.
Περισσότερες ειδήσεις
Πανευρωπαϊκή έρευνα: Το 60% των Ελλήνων εξακολουθεί να μην αποταμιεύει για τη σύνταξή του
«Βίαιη φτωχοποίηση» και λουκέτα για ΜμΕ βλέπει το ΕΕΑ πίσω από τον πληθωρισμό 5,4% – «Τα νοικοκυριά δεν βγάζουν τον μήνα»