Νέους και απλούστερους κανόνες για τις δημόσιες συμβάσεις στην ΕΕ προτείνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με στόχο τη μείωση της γραφειοκρατίας και την ευκολότερη πρόσβαση των επιχειρήσεων σε δημόσιους διαγωνισμούς σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η πρόταση αφορά μια αγορά ετήσιας αξίας περίπου 2,5 τρισ. ευρώ, που αντιστοιχεί περίπου στο 15% του ΑΕΠ της ΕΕ. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Επιτροπής, η συνολική αναθεώρηση του πλαισίου μπορεί να οδηγήσει σε καθαρή ετήσια εξοικονόμηση περίπου 650 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων 570 εκατ. ευρώ για τις επιχειρήσεις και 80 εκατ. ευρώ για τους δημόσιους αγοραστές.
Οι βασικές αλλαγές που προτείνει η Κομισιόν είναι:
Μέσω της νέας ψηφιακής αγοράς, οι δημόσιοι αγοραστές θα μπορούν να πραγματοποιούν αυτοματοποιημένους ελέγχους επιλεξιμότητας των επιχειρήσεων και να αξιοποιούν ενιαία δεδομένα, με στόχο την ενίσχυση της διαφάνειας, της λογοδοσίας και της καταπολέμησης της απάτης.
Η Επιτροπή εκτιμά ότι μόνο η λειτουργία της Digital Marketplace μπορεί να αποφέρει επαναλαμβανόμενη ετήσια εξοικονόμηση 220 εκατ. ευρώ για τους δημόσιους αγοραστές.
Παράλληλα, η Κομισιόν εκτιμά ότι η διασύνδεση των πλατφορμών μπορεί να αυξήσει τον ανταγωνισμό, καθώς οι δημόσιες αρχές θα έχουν τη δυνατότητα να λαμβάνουν περισσότερες προσφορές από επιχειρήσεις της ενιαίας αγοράς.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη συμμετοχή των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜμΕ) στις δημόσιες συμβάσεις.
Οι δημόσιες αρχές θα πρέπει να εξετάζουν ενεργά τη διάσπαση των συμβάσεων σε μικρότερα τμήματα, ώστε να μπορούν να διεκδικούν μέρος τους και μικρότερες επιχειρήσεις.
Προβλέπονται επίσης διευκολύνσεις για τη δημιουργία κοινοπραξιών και ομάδων επιχειρήσεων, καθώς και υποχρεώσεις για έγκαιρες πληρωμές σε όλη την αλυσίδα εφοδιασμού.
Η Επιτροπή προτείνει να καταστεί η βέλτιστη σχέση τιμής-ποιότητας (Best Price-Quality Ratio) ο γενικός κανόνας για την ανάθεση δημόσιων συμβάσεων, ώστε οι αποφάσεις να μην βασίζονται αποκλειστικά στη χαμηλότερη τιμή, αλλά να λαμβάνουν υπόψη τη μακροπρόθεσμη αξία μιας προσφοράς.
Στα ποιοτικά κριτήρια θα μπορούν να περιλαμβάνονται περιβαλλοντικές και κοινωνικές παράμετροι, η καινοτομία, η ασφάλεια και η ανθεκτικότητα.
Οι δημόσιες αρχές θα διατηρούν, ωστόσο, τη δυνατότητα να επιλέγουν τα κριτήρια που θεωρούν καταλληλότερα για κάθε σύμβαση και, υπό προϋποθέσεις, να αναθέτουν συμβάσεις αποκλειστικά βάσει της τιμής, εφόσον η ποιότητα μπορεί να διασφαλιστεί μέσω των τεχνικών προδιαγραφών ή των όρων εκτέλεσης.
Η πρόταση συνδέει τις δημόσιες συμβάσεις και με τη στρατηγική αυτονομία της ΕΕ, επιτρέποντας στις δημόσιες αρχές να λαμβάνουν υπόψη κινδύνους που αφορούν την ασφάλεια, την κυβερνοασφάλεια, την προστασία ευαίσθητων πληροφοριών και την αθέμιτη επιρροή τρίτων χωρών.
Το νέο οριζόντιο πλαίσιο «ευρωπαϊκής προτίμησης» προβλέπει ότι η Επιτροπή θα μπορεί να περιορίζει την πρόσβαση φορέων και προϊόντων από τρίτες χώρες όταν δεν παρέχεται αντίστοιχη δίκαιη πρόσβαση στους ευρωπαϊκούς φορείς ή όταν αυτό κρίνεται αναγκαίο για την προστασία της ασφάλειας εφοδιασμού και των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ.
Ο Εκτελεστικός Αντιπρόεδρος για την Ευημερία και τη Βιομηχανική Στρατηγική, Στεφάν Σεζουρνέ, δήλωσε:
«Η Ευρώπη δαπανά εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ μέσω δημόσιων συμβάσεων κάθε χρόνο. Αυτά τα χρήματα πρέπει να αξιοποιηθούν περισσότερο για την Ευρώπη. Με αυτήν τη μεταρρύθμιση, μειώνουμε τη γραφειοκρατία, δίνουμε στους αγοραστές του δημόσιου τομέα μεγαλύτερη ευελιξία και διευκολύνουμε τις ΜΜΕ μας να ανταγωνίζονται σε ολόκληρη την ενιαία αγορά. Και κάνουμε μια σαφή πολιτική επιλογή: τα ευρωπαϊκά δημόσια χρήματα θα πρέπει, όπου είναι δυνατόν, να δημιουργούν θέσεις εργασίας, επενδύσεις και ευκαιρίες στην Ευρώπη αντί να γεμίζουν τα βιβλία παραγγελιών των ανταγωνιστών μας.»
Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της ΕΕ, πριν από την τελική υιοθέτηση και την έναρξη ισχύος του νέου κανονισμού.
Περισσότερες ειδήσεις
Μύθος οι «τεμπέληδες του Νότου»: Η Ελλάδα σπάει το ευρωπαϊκό κοντέρ στην παραγωγικότητα ανά ώρα
Δουλειές υπάρχουν… αλλά όχι παντού – Ποιοι κλάδοι αναζητούν προσωπικό στην Ελλάδα το 2026