Σε έναν επικίνδυνο πόλεμο ενεργειακών και ζωτικών υποδομών εξελίσσεται η νέα κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή, καθώς οι αμερικανικές επιδρομές στο νότιο Ιράν και τα αντίποινα της Τεχεράνης σε χώρες του Κόλπου μεταφέρουν πλέον τη σύγκρουση από τις στρατιωτικές εγκαταταστάσεις στα δίκτυα ηλεκτρισμού, ύδρευσης, μεταφορών και διακίνησης πετρελαίου.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε περαιτέρω σήμερα, Παρασκευή 17/7, με τις ΗΠΑ να ολοκληρώνουν την έκτη διαδοχική νύχτα πληγμάτων εναντίον του Ιράν και τις ιρανικές δυνάμεις να ανακοινώνουν νέες επιθέσεις κατά αμερικανικών και συμμαχικών εγκαταστάσεων σε ολόκληρη την περιοχή. Η αλλαγή στη φύση των στόχων αυξάνει τον κίνδυνο μιας ευρύτερης ενεργειακής κρίσης, καθώς οι επιθέσεις δεν περιορίζονται πλέον σε πυραυλικά συστήματα ή στρατιωτικά κέντρα διοίκησης, αλλά επηρεάζουν εγκαταστάσεις από τις οποίες εξαρτώνται εκατομμύρια πολίτες και κρίσιμες διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες.
Το ιρανικό υπουργείο Ενέργειας κάλεσε σήμερα τους πολίτες, να περιορίσουν άμεσα την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς το δίκτυο ηλεκτροδότησης στις νότιες επαρχίες δέχεται ισχυρές πιέσεις μετά τα αμερικανικά πλήγματα σε υποδομές της περιοχής.
Οι κάτοικοι κλήθηκαν να σβήνουν τα κλιματιστικά κατά τις ώρες αιχμής, ώστε να διατηρηθεί σταθερή η παροχή ηλεκτρισμού στις περιοχές που βρίσκονται ταυτόχρονα αντιμέτωπες με ακραίες θερμοκρασίες και ζημιές σε εγκαταστάσεις ηλεκτροδότησης.
Η έκκληση αποτυπώνει την ιδιαίτερα εύθραυστη κατάσταση στο εσωτερικό του Ιράν. Η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα λόγω του καύσωνα, την ώρα που επιθέσεις σε δίκτυα, υποσταθμούς και συγκοινωνιακές υποδομές δυσχεραίνουν τη λειτουργία και την αποκατάσταση του συστήματος.
Αμερικανικά πλήγματα αναφέρθηκαν σε γέφυρες, ενεργειακές εγκαταστάσεις, σιδηροδρομικές υποδομές και στο αεροδρόμιο του Ιρανσάρ, ενώ προβλήματα στην ηλεκτροδότηση καταγράφηκαν στις νότιες περιοχές της χώρας. Χτυπήθηκαν επίσης υποδομές κοντά στο Μπαντάρ Αμπάς, τον σημαντικότερο λιμένα του Ιράν στα Στενά του Ορμούζ, καθώς και εγκαταστάσεις στο λιμάνι του Τσαμπαχάρ.
Η γεωγραφία των πληγμάτων δεν είναι τυχαία. Το νότιο Ιράν συγκεντρώνει λιμένες, διυλιστήρια, πετρελαϊκές εγκαταστάσεις, ναυτικές βάσεις και βασικούς άξονες μεταφοράς προς τα Στενά του Ορμούζ. Ακόμη και όταν ένα πλήγμα δεν καταστρέφει απευθείας μια πετρελαϊκή μονάδα, η διακοπή του ηλεκτρισμού ή η καταστροφή μιας γέφυρας μπορεί να αναστείλει τη λειτουργία της ή να εμποδίσει τη μεταφορά προσωπικού, εξοπλισμού και καυσίμων.
Η Τεχεράνη απάντησε με επιθέσεις σε αμερικανικούς και συμμαχικούς στόχους στον Κόλπο, υποστηρίζοντας ότι έπληξε εγκαταστάσεις στο Κουβέιτ, στο Κατάρ, στο Μπαχρέιν και στο Ομάν.
Στο Κουβέιτ, ιρανικό πλήγμα προκάλεσε ζημιές και πυρκαγιά σε εγκατάσταση που συνδυάζει παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και αφαλάτωση θαλασσινού νερού. Μονάδες ηλεκτροπαραγωγής τέθηκαν προσωρινά εκτός λειτουργίας, εντείνοντας την ανησυχία για την ασφάλεια τόσο του ηλεκτρικού συστήματος όσο και της υδροδότησης της χώρας.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη έχει ευρύτερη σημασία για ολόκληρο τον Περσικό Κόλπο. Περίπου το 90% του πόσιμου νερού του Κουβέιτ προέρχεται από μονάδες αφαλάτωσης, οι οποίες λειτουργούν συνήθως μαζί με μεγάλους θερμικούς σταθμούς παραγωγής ηλεκτρισμού.
Παρόμοιο μοντέλο ακολουθούν και άλλες χώρες της περιοχής. Η υψηλή συγκέντρωση μονάδων ηλεκτροπαραγωγής και αφαλάτωσης στις ακτές σημαίνει ότι ένα και μόνο πλήγμα μπορεί να επηρεάσει ταυτόχρονα δύο κρίσιμες υπηρεσίες: το ηλεκτρικό ρεύμα και το πόσιμο νερό.
Σε μια περιοχή με ακραία ζέστη και περιορισμένους φυσικούς υδάτινους πόρους, η απώλεια ηλεκτρισμού δεν αποτελεί απλώς οικονομικό πρόβλημα. Μπορεί να οδηγήσει σε αδυναμία ψύξης κατοικιών και νοσοκομείων, σε προβλήματα άντλησης και διανομής νερού και σε σοβαρούς κινδύνους για τη δημόσια υγεία.
Την ίδια ώρα, αντικρουόμενες πληροφορίες επικρατούν γύρω από την αμερικανική βάση της Αλ Τανφ, στη νοτιοανατολική Συρία.
Οι Φρουροί της Επανάστασης ανακοίνωσαν, μέσω του ιρανικού πρακτορείου Tasnim, ότι επιτέθηκαν σε «κέντρο διοίκησης ειδικών επιχειρήσεων του εχθρού» στην περιοχή, παρουσιάζοντας το πλήγμα ως αντίποινα για τον θάνατο Ιρανών στρατιωτών στο Ιρανσάρ.
Συριακή στρατιωτική πηγή διέψευσε, ωστόσο, ότι πραγματοποιήθηκε ιρανικός βομβαρδισμός προς την Αλ Τανφ. Η ιρανική ανακοίνωση δεν κατέστη δυνατό να επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα.
Η ασάφεια είναι ακόμη μεγαλύτερη επειδή οι ΗΠΑ είχαν αποχωρήσει από την Αλ Τανφ τον Φεβρουάριο του 2026, παραδίδοντας τον έλεγχο της στρατηγικής εγκατάστασης στις συριακές αρχές. Η βάση βρισκόταν κοντά στα σύνορα Συρίας, Ιράκ και Ιορδανίας και αποτελούσε επί χρόνια κεντρικό σημείο των αμερικανικών επιχειρήσεων κατά του Ισλαμικού Κράτους και των ιρανικών δικτύων επιρροής.
Το περιστατικό δείχνει παράλληλα πόσο δύσκολο έχει γίνει να διαχωριστούν οι επιβεβαιωμένες επιχειρήσεις από τις ανακοινώσεις ψυχολογικού και επικοινωνιακού πολέμου, την ώρα που η σύγκρουση επεκτείνεται σε πολλές χώρες.
Η άμεση αντίδραση των αγορών ήταν έντονη. Η τιμή του Brent ενισχύθηκε άνω του 2% και κινήθηκε κοντά στα 86 δολάρια το βαρέλι, ενώ το αμερικανικό WTI διαμορφώθηκε περίπου στα 80,86 δολάρια.
Τα δύο συμβόλαια αναφοράς έχουν καταγράψει άνοδο περίπου 13% μέσα στην εβδομάδα, καθώς οι traders προεξοφλούν αυξημένο κίνδυνο για την παραγωγή, τις εξαγωγές και τη ναυσιπλοΐα στη Μέση Ανατολή.
Ακόμη ισχυρότερες είναι οι πιέσεις στην αγορά των πετρελαϊκών προϊόντων. Τα περιθώρια διύλισης του ντίζελ κινήθηκαν σε επίπεδα-ρεκόρ, με το premium του ευρωπαϊκού πετρελαίου χαμηλού θείου έναντι του Brent να φθάνει περίπου τα 66,25 δολάρια το βαρέλι.
Η εξέλιξη αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική για την Ευρώπη, επειδή οι αυξήσεις στο ντίζελ μεταφέρονται γρηγορότερα στο κόστος των οδικών μεταφορών, της εφοδιαστικής αλυσίδας, της γεωργίας και τελικά στις τιμές των προϊόντων.
Στο επίκεντρο της κρίσης παραμένουν τα Στενά του Ορμούζ, από τα οποία υπό κανονικές συνθήκες διέρχονται περίπου 20 εκατ. βαρέλια αργού πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων ημερησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί σχεδόν στο ένα πέμπτο της παγκόσμιας κατανάλωσης.
Η πολεμική σύγκρουση που ξέσπασε στα τέλη Φεβρουαρίου είχε περιορίσει τη ροή μέσω των Στενών σε ένα μικρό κλάσμα των συνηθισμένων επιπέδων, προκαλώντας τη μεγαλύτερη διαταραχή προσφοράς που έχει καταγραφεί ποτέ στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου, σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας.
Η κίνηση είχε αρχίσει να ανακάμπτει στα τέλη Ιουνίου, όμως η επαναφορά του αμερικανικού αποκλεισμού των ιρανικών λιμανιών και οι νέες επιθέσεις σε εμπορικά πλοία απειλούν να αντιστρέψουν την ομαλοποίηση.
Η Ουάσιγκτον έχει ανακοινώσει ότι επανέφερε τον ναυτικό αποκλεισμό και προχώρησε σε νηοψίες ή καταλήψεις πλοίων, υποστηρίζοντας ότι επιδιώκει να προστατεύσει την εμπορική ναυσιπλοΐα και να πιέσει την Τεχεράνη να επανέλθει στις διαπραγματεύσεις. Το Ιράν, από την πλευρά του, διαμηνύει ότι θα διατηρήσει την πίεση στα Στενά και θα πλήττει όσους θεωρεί ότι στηρίζουν τις αμερικανικές επιχειρήσεις.
Ο κίνδυνος για τις ενεργειακές ροές δεν περιορίζεται πλέον στον Περσικό Κόλπο. Σύμφωνα με πληροφορίες που μετέδωσε το Reuters, η Τεχεράνη έχει ζητήσει από τους Χούθι της Υεμένης να βρίσκονται σε ετοιμότητα για περιορισμό ή αποκλεισμό της πετρελαϊκής οδού στην Ερυθρά Θάλασσα, σε περίπτωση νέων αμερικανικών επιθέσεων σε ιρανικές εγκαταστάσεις ηλεκτροπαραγωγής.
Μια παράλληλη διαταραχή στα Στενά του Ορμούζ και στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ θα έκλεινε ή θα περιόριζε δύο από τις σημαντικότερες ενεργειακές θαλάσσιες διόδους του κόσμου.
Αρκετά φορτία από τη Σαουδική Αραβία και άλλες χώρες είχαν ήδη ανακατευθυνθεί προς την Ερυθρά Θάλασσα για να παρακάμψουν τα προβλήματα στον Περσικό Κόλπο. Ενδεχόμενη ενεργοποίηση των Χούθι θα περιόριζε αυτή την εναλλακτική και θα ανάγκαζε περισσότερα δεξαμενόπλοια να ακολουθούν τη μακρύτερη διαδρομή γύρω από την Αφρική, αυξάνοντας τον χρόνο παράδοσης, τα ναύλα και τα ασφάλιστρα κινδύνου.
Ακόμη μεγαλύτερη από την πετρελαϊκή είναι η έκθεση της διεθνούς αγοράς φυσικού αερίου. Η Μέση Ανατολή αποτελεί κομβικό προμηθευτή LNG, ενώ τα περισσότερα φορτία από το Κατάρ εξάγονται μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Οι επιθέσεις του Μαρτίου είχαν ήδη θέσει εκτός λειτουργίας περίπου το 17% της εξαγωγικής δυναμικότητας LNG του Κατάρ, με τις ζημιές να εκτιμάται ότι θα απαιτήσουν από τρία έως πέντε χρόνια για να αποκατασταθούν πλήρως. Η απώλεια αντιστοιχεί σε περίπου 20 δισ. δολάρια ετήσιων εσόδων, σύμφωνα με την QatarEnergy.
Η μείωση της προσφοράς είχε οδηγήσει τις τιμές του LNG στην Ασία πάνω από τα 25 δολάρια ανά εκατ. βρετανικές θερμικές μονάδες, καταγράφοντας αύξηση άνω του 140% από την έναρξη του πολέμου.
Η Ευρώπη βρίσκεται σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση, καθώς επιχειρεί να γεμίσει τις αποθήκες φυσικού αερίου πριν από τον χειμώνα, ενώ τα επίπεδα αποθεμάτων παραμένουν χαμηλότερα από τον ιστορικό μέσο όρο και ο ανταγωνισμός για φορτία LNG από την Ασία εντείνεται.
Η άνοδος των θερινών τιμών καθιστά παράλληλα λιγότερο ελκυστική την αγορά και αποθήκευση αερίου για μελλοντική χρήση, επειδή περιορίζει το οικονομικό περιθώριο των traders. Έτσι, ακόμη και χωρίς νέα πλήγματα στις εγκαταστάσεις του Κατάρ, η παρατεταμένη αβεβαιότητα στα Στενά του Ορμούζ μπορεί να αφήσει την ευρωπαϊκή αγορά με περιορισμένα αποθέματα και αυξημένη έκθεση σε ένα ψυχρότερο φθινόπωρο ή χειμώνα.
Περισσότερες ειδήσεις
Προ των πυλών το deal μεταξύ Castlelake και EasyJet – Προσφορά-μαμούθ που ξεπερνά τα 5,8 δισ. ευρώ
«Ασπίδα» κατά των ανατιμήσεων στα αεροπορικά καύσιμα και των θέσεων εργασίας υψώνει ο Καναδάς