Σε συζητήσεις με το κυβερνητικό επιτελείο για τη διαμόρφωση ενός νέου θεσμικού πλαισίου που θα επιτρέψει την ανάπτυξη προσιτής κατοικίας σε μεγάλη κλίμακα βρίσκεται η αγορά ακινήτων, με βασικό ζητούμενο την παροχή οικονομικών και φορολογικών κινήτρων προς τους ιδιώτες επενδυτές.
Στο επίκεντρο των προτάσεων, όπως ανέφερε χθες (02/11) από το συνέδριο του Τεχνικού Επιμελητηρίου ο κ. Δημήτρης Ανδριόπουλος, διευθύνων σύμβουλος της DIMAND, βρίσκονται, μεταξύ άλλων, η μείωση του ΦΠΑ στην κατασκευή νέων κατοικιών και η θέσπιση φορολογικών ελαφρύνσεων για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα με στόχο την υποχρέωση διάθεσης των ακινήτων αποκλειστικά προς ενοικίαση.
«Τα υψηλά επιτόκια και το αυξημένο κατασκευαστικό κόστος καθιστούν σήμερα ιδιαίτερα δύσκολη την ανάπτυξη κατοικιών με ενοίκια που δεν θα υπερβαίνουν το 25% έως 30% του καθαρού εισοδήματος ενός εργαζομένου», ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Ανδριόπουλος. Για να καταστεί εφικτή η υλοποίηση τέτοιων επενδύσεων, θεωρείται απαραίτητη η παρέμβαση της Πολιτείας μέσα από ένα ειδικό νομοθετικό πλαίσιο, το οποίο θα διασφαλίζει αφενός την οικονομική βιωσιμότητα των έργων και αφετέρου τη διατήρηση των κατοικιών στην αγορά μακροχρόνιας μίσθωσης.
Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, έχουν ήδη εντοπιστεί ακίνητα που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για την ανάπτυξη προσιτής κατοικίας, ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη ευρύτερη συζήτηση με την κυβέρνηση για την αξιολόγηση των προτεινόμενων μέτρων. Στο πλαίσιο αυτό εξετάζονται οι δημοσιονομικές επιπτώσεις των ενδεχόμενων φορολογικών ελαφρύνσεων, καθώς και οι υπόλοιπες παράμετροι που θα μπορούσαν να καταστήσουν το νέο μοντέλο λειτουργικό. Ανάλογες πρωτοβουλίες προωθούνται και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Ιταλία, καθώς το πρόβλημα της προσιτής στέγασης αποκτά ολοένα μεγαλύτερες διαστάσεις σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.
Ερωτηθείς σχετικά, ο κ. Ανδριόπουλος εξέφρασε την εκτίμηση ότι το σχετικό πλαίσιο θα μπορούσε να διαμορφωθεί μέσα στους επόμενους μήνες, επιτρέποντας στην Ελλάδα να συγκαταλέγεται μεταξύ των πρώτων ευρωπαϊκών χωρών που θα προχωρήσουν στην εφαρμογή αντίστοιχων μέτρων.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη δημιουργία ενός επενδυτικού μοντέλου που θα βασίζεται σε χαμηλές αρχικές αποδόσεις για τους ιδιώτες, με προοπτική οικονομικής ωρίμανσης των ακινήτων σε βάθος δεκαετίας ή δεκαπενταετίας.
Η συγκεκριμένη προσέγγιση προϋποθέτει τη μακροχρόνια διακράτηση των κατοικιών και τη διάθεσή τους αποκλειστικά προς ενοικίαση, αντί της άμεσης πώλησής τους.
Παράλληλα, όπως διευκρίνισε ο ίδιος, η προσιτή κατοικία διαφοροποιείται από την κοινωνική κατοικία, καθώς η δεύτερη αποτελεί ευθύνη του κράτους, ενώ η πρώτη μπορεί να αναπτυχθεί σε μεγάλη κλίμακα με τη συμμετοχή της ιδιωτικής αγοράς.
Στο προτεινόμενο μοντέλο «build to rent» στο οποίο αναφέρθηκε πρόσφατα και ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, θα μπορούσαν να ενταχθούν και ακίνητα του Δημοσίου, εφόσον πληρούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις.
Ο κ. Ανδριόπουλος ανέφερε ότι από τις προτάσεις έχουν εξαιρεθεί τα πολεοδομικά κίνητρα, με το σκεπτικό ότι ενδέχεται να δημιουργήσουν νομικές αβεβαιότητες και καθυστερήσεις στην υλοποίηση των επενδύσεων. Η προτεινόμενη λύση για την προσιτή κατοικία στηρίζεται, επομένως, αποκλειστικά σε οικονομικά και φορολογικά κίνητρα, χωρίς πολεοδομικές διευκολύνσεις και χωρίς επιδότηση του ενοικίου.
Καθοριστικός παράγοντας για την αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος θεωρείται η ουσιαστική αύξηση της προσφοράς κατοικιών: Η παροχή κινήτρων δεν αποσκοπεί μόνο στην εξασφάλιση οικονομικών αποδόσεων για τους επενδυτές, αλλά πρωτίστως στην αντιμετώπιση ενός σοβαρού κοινωνικού προβλήματος, μέσα από ένα μοντέλο που θα μπορεί παράλληλα να χρηματοδοτηθεί και να λειτουργήσει σε βάθος χρόνου.
Η αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης προϋποθέτει τη δημιουργία μεγάλου αριθμού νέων κατοικιών, οι οποίες θα εισέλθουν σύντομα στην αγορά και θα αυξήσουν ουσιαστικά τη διαθέσιμη προσφορά.
«Όλα τα άλλα είναι… τσιρότα για βαθιά τραύματα», κατέληξε ο διευθύνων σύμβουλος της DIMAND.
Περισσότερες ειδήσεις
Cambas Gardens: Πώς το ιστορικό κτήμα μετατρέπεται σε νέο πυρήνα εργασίας και πολιτισμού